ΠΟΙΗΤΗΣ


Έχει φωλιάσει ο πανικός μέσα του,
οι βάρβαροι θα σήκωναν τη γη μ’ όλα τα υπάρχοντά του
έξω από την πόρτα υπάρχουν πτώματα
κι ένα παιδί με σκοτωμένη φυσαρμόνικα στο στόμα
το σπίτι έχει λιγοστά φθαρμένα έπιπλα
κι ένα τραπεζομάντηλο γκρίζο απ τη σκόνη
από το τρύπιο ταβάνι φαίνεται κάποιος γαλαξίας εντελώς ατάραχος
κι η Ελένη έχει από χρόνια αποδράσει σε μια Τροία
όμως πώς θ’ άφηνε το θησαυρό του στη βεβήλωση,
το εμπριμέ φουστάνι ένα τρύπιο άσπρο γάντι
δυο γοβάκια με φθαρμένα τακούνια…
Τελικά μάζεψε όσα γραπτά μπορούσε στο μοναδικό του χέρι
κι άφησε τις φλόγες να νοιαστούν τις αναμνήσεις.


ΜΑΡΙΕΣ


Τα μακρινά φθινόπωρα έχουν θαμπώσει
Κάπου στο χωματόδρομο χάθηκε μια τιμή
Ανάμεσα σε δύο μπακαλοταβέρνες
Παράλληλες σειρές από αξιοπρεπή δράματα με γαλλικά κεραμίδια
Στα πεζοδρόμια αιδώς και καρέκλες
Μια παιδική σχεδία με ρόδες
Θυμάμαι τη Μαρία της σιωπής
Να τηρηθεί παρακαλώ ενός λεπτού χαρά
Τη Μαρία της μελωδίας
Μα πώς να ζήσεις στην παράνοια των εικόνων
Να σε κυκλώνουν ρύποι ακουστικοί
Στο όριο του πόνου
Σε παγιδεύουν καθημερινά τα πλοκάμια των δρόμων
Εκείνη η πληθωρική υγρασία στις κόκκινες πνιχτές λέξεις
Καημοί που περιφέρονται σαν αδέσποτες σφαίρες
Θυμάμαι τη Μαρία του καλοκαιριού
Τους παράξενους έρωτες σ' άγνωστη γλώσσα
Τις δροσερές φωτιές των θαυμάτων
Θυμάμαι τις ατέλειωτες Μαρίες των βιβλίων
Κάποια μικρή Μαρία που έχω ξεχάσει
Ανάμεσα στα φύλλα ενός βιβλίου
Σαν τις πεταλούδες.


ΑΜΦΙΒΙΟ


Μαρίζα από τους κόρφους σου
σταλάζει δηλητήριο
κι όποιος το πιεί ονειρεύεται νεκρός
χαμένους παραδείσους.
Ο θάνατος των ηρώων σπάνια είναι ωραίος.
Η Μαρίζα δεν είναι καμιά ακόλαστη Λουκρητία
είναι ίσως ένα περίπλοκο άτομο
με ειδικές ικανότητες.
Το κορμί της ένα κρυπτογράφημα
γεμάτο καταχθόνιες αρετές
ματιά αλαζονική- πολύ κάρβουνο
ήθος διαστημικό χωρίς κώδικες.
Είσαι της λέω, λίγο ψυχρή απόψε.
Ναι, μου λέει, χθες είχα πεθάνει.
Μήπως πεθαίνει κάθε μέρα;
Όχι, η Μαρίζα ζει και βασιλεύει
κι εγώ δεν είμαι ο Μεγαλέξανδρος.
Είχε πάντα για μένα μια υγρή ημιπαρουσία
μέδουσας
και μύριζε κυδώνι (της θάλασσας)
γι αυτό αγαπούσε τόσο τα μαλάκια
τα ακέφαλα, η χαμένη.
Η Μαρίζα νομίζω με σνομπάρει
αλλά δεν έχει τόση σημασία
γιατί είναι αμφίβιο.

XAOΣ


Ουράνιο έλος τα μεσάνυχτα
τα κυπαρίσσια έχουν απειλητική ακαμψία
μια πεταλούδα μποέμισσα
παρεξήγησε το σεληνόφωτο
κι είναι έτοιμη για δράση.
Τινάζει τα φτερά της στη Μπραζίλια
σε λίγο τυφώνας σαρώνει το Τέξας
η μεγάλη θεομηνία είναι μόνο ένα ολοκλήρωμα
ζήτημα χρόνου.
Έλεος,
πλέουμε σε χαλάσματα
με κύματα βουνά οργής στην πλώρη,
το βράδυ ξαναγύρισε σαν παρακμή της μέρας
η θεωρία του χάους πόσο μας διαβάζει.

Το ποίημα έχει μια ταλάντωση
ανάμεσα πιστών και άπιστων λέξεων
έτσι ακτινοβολεί αβεβαιότητα
άλλοτε γέρνει σ’ ένα μίσχο
απρόσιτων ακραίων ερώτων
που δεν έχουν μνήμη
έχουν μνήμα
καρδιές μπαλόνια ηλίου
υψιπετή μηδενικά
λουκάνικα παραμορφωμένα
φωτιά που τη στοιχειώνει ο άνεμος.
Ο άνεμος δεν έχει μνήμη
ποιος είναι, που πηγαίνει
κι επιμένει να μυρίζει ρόδο.

ΓΡΑΜΜΑ


Μπροστά το σταυροδρόμι το χαμένο
και πίσω η μεγάλη ακολουθία
των ημερών που ζήσαμε ενωμένοι.

Το ταξίδι θα τελειώσει προς τη δύση
εκεί που ο γυρισμός  είναι αυταπάτη
και θα ΄σαι εσύ, καλή μου, η αγαπημένη.

Πρέπει να ζήσεις μια στιγμή μονάχη
Να ’χεις κάποιους αιώνες να διαβάσεις
τους άγραφτους τους στίχους των κυμάτων
κι η ώρα της φυγής μια τύχη να ‘χει.

ΜΟΥΛΙΑΣΜΕΝΑ ΜΥΣΤΙΚΑ


Εν αρχή ην ο λόγος
και τι έγινε μετά;
λόγια.

Εγώ ταξιδεύω μέσα στην άγνοια
η άγνοια είναι ένα καράβι βουλιαγμένο
φορτωμένο σοφία.
Ποιος νοιάζεται τώρα για τις Σοφίες.

Από την Ανδρομέδα συλλάβανε τελευταία
περίεργες ραδιοσυχνότητες
βάσιμες υποψίες ευφυούς ζωής,
ευτυχώς κάπου υπάρχουν ευφυή τέρατα.

Στο χάος του στερεώματος κάποια λάμπει σαν άστρο.

Τη νύχτα ανάβουν αυτόματα
τα υπαρξιακά μας αντανακλαστικά
και φωσφορίζουν.
Μερικά όνειρα είναι σας τις φαντασιώσεις των νεκρών.

Κάπου στις γειτονιές ένα πάλκο μελαχρινής μαγείας
η Μάγια η αρτίστα αναγορεύει θεούς
ένα πληθωρικό τελώνιο ελίσσεται στα πόδια της
η κόλαση υποκλίνεται στη μισή γύμνια
η Αιδώς έχει στα στήθη της κομμένο γάλα.

Μυρίζει καλημέρα το κορίτσι
χρυσάφι αναλυτό στο αφράτο μαξιλάρι
το μικρό κεντημένο μαντηλάκι της
έγινε απόψε ένα μεγάλο μουλιασμένο μυστικό.
Ποιος ωκεανός σε μάτιασε
δασκάλα χρυσαφιά
με τα πλωτά μάτια
που μας μεταδίνουν υγρασία;

Το άρωμα της βροχής του φθινοπώρου
μου θύμισε τη Λεϊλά τη Λιβανέζα
που μούλιασε μια Κυριακή χωρίς ομπρέλα
φρέσκο ψωμί αρμπαρόριζα και πεύκο.

Το φεγγάρι προσποιείται την πανσέληνο
Εγώ μπορώ να διυλίσω μια ολόκληρη βροχή
με την ομπρέλα της Αλεξάνδρας ανάποδα
μάρτυρές μου οι χλωμές Παρασκευές των προαστίων
που δεν θυμάμαι ονόματά τους
γυναίκες ολοζώντανες που πάψανε να υπάρχουν
γιατί θυμήθηκαν τα παραμύθια.

Η μεγάλη πλατεία πρωτεύουσα ανίας
το ανόητο καμπαναριό μητρόπολή της
κάποιο εγγαστρίμυθο γραμμόφωνο
αυθαδιάζει αναδρομικά
άλλη μια γκρίζα μέρα αναίτια
χωρίς γράμμα.
Εκείνη δεν υπάρχει στον άσπρο φάκελο μπροστά μου
έμεινε κολλημένη στο ταξίδι
σαν γραμματόσημο
στο ρυπαρό ρείθρο ένα σαστισμένο χελιδόνι
με ράμφος και λιβρέα
σα φτερωτό μηδενικό
έτοιμο ν’ αποδημήσει
περίγελος των παπαγάλων
άνθρωποι που τυχαία υπάρχουμε
πουκάμισα παραγεμισμένα.