και τι έγινε μετά;
λόγια.
Εγώ ταξιδεύω μέσα στην άγνοια
η άγνοια είναι ένα καράβι βουλιαγμένο
φορτωμένο σοφία.
Ποιος νοιάζεται τώρα για τις Σοφίες.
Από την Ανδρομέδα συλλάβανε τελευταία
περίεργες ραδιοσυχνότητες
βάσιμες υποψίες ευφυούς ζωής,
ευτυχώς κάπου υπάρχουν ευφυή τέρατα.
Στο χάος του στερεώματος κάποια λάμπει σαν άστρο.
Τη νύχτα ανάβουν αυτόματα
τα υπαρξιακά μας αντανακλαστικά
και φωσφορίζουν.
Μερικά όνειρα είναι σας τις φαντασιώσεις των νεκρών.
Κάπου στις γειτονιές ένα πάλκο μελαχρινής μαγείας
η Μάγια η αρτίστα αναγορεύει θεούς
ένα πληθωρικό τελώνιο ελίσσεται στα πόδια της
η κόλαση υποκλίνεται στη μισή γύμνια
η Αιδώς έχει στα στήθη της κομμένο γάλα.
Μυρίζει καλημέρα το κορίτσι
χρυσάφι αναλυτό στο αφράτο μαξιλάρι
το μικρό κεντημένο μαντηλάκι της
έγινε απόψε ένα μεγάλο μουλιασμένο μυστικό.
Ποιος ωκεανός σε μάτιασε
δασκάλα χρυσαφιά
με τα πλωτά μάτια
που μας μεταδίνουν υγρασία;
Το άρωμα της βροχής του φθινοπώρου
μου θύμισε τη Λεϊλά τη Λιβανέζα
που μούλιασε μια Κυριακή χωρίς ομπρέλα
φρέσκο ψωμί αρμπαρόριζα και πεύκο.
Το φεγγάρι προσποιείται την πανσέληνο
Εγώ μπορώ να διυλίσω μια ολόκληρη βροχή
με την ομπρέλα της Αλεξάνδρας ανάποδα
μάρτυρές μου οι χλωμές Παρασκευές των προαστίων
που δεν θυμάμαι ονόματά τους
γυναίκες ολοζώντανες που πάψανε να υπάρχουν
γιατί θυμήθηκαν τα παραμύθια.
Η μεγάλη πλατεία πρωτεύουσα ανίας
το ανόητο καμπαναριό μητρόπολή της
κάποιο εγγαστρίμυθο γραμμόφωνο
αυθαδιάζει αναδρομικά
άλλη μια γκρίζα μέρα αναίτια
χωρίς γράμμα.
Εκείνη δεν υπάρχει στον άσπρο φάκελο μπροστά μου
έμεινε κολλημένη στο ταξίδι
σαν γραμματόσημο
στο ρυπαρό ρείθρο ένα σαστισμένο χελιδόνι
με ράμφος και λιβρέα
σα φτερωτό μηδενικό
έτοιμο ν’ αποδημήσει
περίγελος των παπαγάλων
άνθρωποι που τυχαία υπάρχουμε
πουκάμισα παραγεμισμένα.